θεατρικό για τη μόλυνση των υδάτων

θεατρικό για τη μόλυνση των υδάτων - atlaswikiΓια το ανέβασμα μιας παράστασης στην τάξη μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε κάποιο θεατρικό έργο σχεδιασμένο ειδικά για σχολικές παραστάσεις ή ένα παραμύθι ή κάποιο θεατρικό έργο που γράφεται από τους ίδιους τους μαθητές. Εμείς επιλέγουμε ένα παραμύθι και το μετατρέπουμε σε θεατρικό έργο που αφορά κάποιο από τα θέματα των φυσικών επιστημών, που διδάσκονται οι μαθητές/τριες, στην συγκεκριμένη περίπτωση τη ρύπανση του νερού, ώστε να μπορεί να δραματοποιηθεί από τα παιδιά. Μοιράζουμε τους ρόλους στους μαθητές, γίνεται η πρώτη ανάγνωση του θεατρικού αυτού κομματιού στην τάξη και στη συνέχεια οι μαθητές δουλεύουν σε ομάδες, συζητούν και απαντούν τις ερωτήσεις που τους έχουν δοθεί σε φύλλα εργασίας που έχουμε σχεδιάσει για να καθοδηγήσουν τους μαθητές και να εστιάσουν το ενδιαφέρον τους στο θέμα των φυσικών επιστημών το οποίο διαπραγματεύεται το κείμενο. Οι απόψεις των ομάδων εκφράζονται στο σύνολο της τάξης στη συζήτηση που γίνεται ανάμεσα στους μαθητές, πάντα με άξονα το φύλλο εργασίας.


ΦΥΛΛΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

1. Διαβάστε προσεκτικά το παραμύθι που ακολουθεί με τίτλο Μια φορά κι έναν καιρό, χωρίς το πιο πολύτιμο αγαθό:το νερό.

2. Πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος σύμφωνα με το κείμενο;

3. Ποιες επιπτώσεις έχει η ανθρώπινη παρέμβαση στο περιβάλλον;

4. Σχολιάστε την εξής φράση:“Οι άνθρωποι δεν νοιάζονται για την κληρονομιά που θα αφήσουν στα παιδιά και τα εγγόνια τους”.

5. Σκεφτείτε με ποιους τρόπους μπορούμε να προστατεύσουμε το περιβάλλον και να εξοικονομήσουμε νερό.

Οι στόχοι της συγκεκριμένης δραστηριότητας είναι αφενός γνωστικοί γιατί τα παιδιά διδάσκονται τις έννοιες των φυσικών επιστημών που περιέχει το έργο και αφετέρου μεταγνωστικοί και συναισθηματικοί καθώς εμπλέκεται η φυσική με κοινωνικά, πολιτικά, τεχνολογικά και ηθικά ζητήματα, κάτι που θα τους βοηθήσει στην μετέπειτα κοινωνική ζωή τους, διαμορφώνοντας στάσεις και αντιλήψεις που θα τους συνοδεύουν για πάντα.
θεατρικό για τη μόλυνση των υδάτων - atlaswiki

Μια φορά κι έναν καιρό,
χωρίς το πιο πολύτιμο αγαθό: το νερό.

Πριν από πάρα πολλά χρόνια, ένα πρωινό, ξύπνησε ο πατέρας Ουρανός, κοίταξε προς τα κάτω και αντίκρισε τη μάνα Γη χέρσα, έρημη και άνυδρη, με το κορμί της σκισμένο.
Κάθισε σε μια άκρη ενός μεγάλου βράχου, λυπημένος, που είδε τη μάνα Γη έτσι. Τότε από τα μάτια του άρχισαν να τρέχουν μεγάλα δάκρυα.
Ο πατέρας Ουρανός έκλαιγε όλη την ημέρα. Πόνεσε τόσο πολύ, που τα μάτια του έτρεχαν ασταμάτητα.
Το βράδυ, πολύ κουρασμένος, έγειρε και έπεσε σε βαθύ ύπνο.
Την άλλη μέρα το πρωί τον πλησίασε η κόρη του η Ακοή και του μετέφερε ένα γλυκό ήχο.
Μία αρμονία έστελνε στ’αυτιά του ο γιος του ο αγέρας.
ΠΑΤΕΡΑΣ:“Τι είναι αυτό που ακούω;”.
ΓΙΟΣ:“Είναι ο ήχος της θάλασσας”.
Τότε ο πατέρας πρόσταξε την κόρη του την Όραση να του δείξει από που ερχόταν αυτή η μουσική αρμονία.
Η Όραση τον πήγε στο μεγάλο βράχο και ο πατέρας έμεινε έκπληκτος.
ΠΑΤΕΡΑΣ:“Μα πώς, πώς έγινε αυτό που βλέπουν τα μάτια μου;”.
ΜΑΝΑ:“Από τη λύπη και τον πόνο της ψυχής σου καλέ μου, από τα δάκρυα σου”.
Κατόπιν δειλά – δειλά τον πλησίασε η κόρη του η Όσφρηση.
ΟΣΦΡΗΣΗ:“Πατέρα πάρε βαθιά ανάσα, να νοιώσεις το άρωμα που έρχεται από τους ωκεανούς”. O πατέρας άνοιξε τα τεράστια ρουθούνια του και τα γέμισε με το άρωμα από την αύρα της θάλασσας.
Η μάνα Γη στεκόταν στην άκρη λυπημένη.
ΠΑΤΕΡΑΣ:“Γιατί είσαι έτσι, γεμάτη θλίψη;”
ΜΑΝΑ:“Δεν βλέπεις ότι σιγά – σιγά χάνομαι και πεθαίνω;”
ΠΑΤΕΡΑΣ:“Μα πώς;”
ΜΑΝΑ:“ Χτύπα δυνατά την κοιλιά και τα στήθη μου”.
ΠΑΤΕΡΑΣ:“Δεν μπορώ να το κάνω αυτό”.
ΜΑΝΑ:“Όχι, θα μου δώσεις ζωή!”. Με βαριά καρδιά ο πατέρας σήκωσε τις τεράστιες γροθιές του και χτύπησε με δύναμη την κοιλιά της μάνας και τα στήθη της και, ω τι θαύμα αντίκρισε ο ουρανός!
Η μάνα άρχισε να βγάζει από τα στήθη και την κοιλιά της τους γιους της, τους ποταμούς και τις κόρες της, τις πηγές.
ΠΑΤΕΡΑΣ:“Α,α,α, αυτό μπόρεσα να το κάνω με τα δάκρυα μου!”, είπε έκπληκτος ο πατέρας.
Πλησίασε κατόπιν η κόρη του η Γεύση.
ΓΕΥΣΗ:“Πατέρα, δοκίμασε να νοιώσεις τη γεύση από τις θάλασσες, τις πηγές και τους ποταμούς!”
Εκείνος άπλωσε τις τεράστιες παλάμες του και τις γέμισε με θαλασσινό νερό. Μόλις δοκίμασε τη γεύση του νερού που ήταν αλμυρό, αμέσως το έφτυσε με δύναμη σε τόπους μακρινούς και κρύους και έγιναν οι πάγοι. Μετά άπλωσε τα χέρια του σε μια λίμνη, τα γέμισε με νερό και μόλις το ήπιε φώναξε δυνατά:
ΠΑΤΕΡΑΣ:“Αυτό είναι το πιο πολύτιμο αγαθό για σένα, μάνα Γη!”
Σιγά – σιγά στις όχθες των ποταμών και των λιμνών, άρχισαν να φυτρώνουν δέντρα, θάμνοι και λουλούδια. Όταν ο πατέρας είδε αυτήν την ομορφιά άρχισε να φτιάχνει διάφορα σχήματα με τη λάσπη από τις άκρες του ποταμού. Χαρούμενος, φύσηξε όλα τα σχήματα που είχε φτιάξει και τους έδωσε ζωή.
Έφτιαξε ψάρια για τις θάλασσες, πουλιά για τον ουρανό και πολλά – πολλά ζώα για τη μάνα – Γη.
Όταν είδε όλα αυτά η μάνα άρχισε ένα μελωδικό τραγούδι. Αμέσως την ακολούθησαν δειλά – δειλά τα άλλα ζώα.
Αποκαμωμένη που ο πατέρας της είχε χαρίσει το νερό, βυθίστηκε σε γλυκό ύπνο.
Την άλλη μέρα κοίταζαν και οι δυο τους ικανοποιημένοι, την ομορφιά που είχε δημιουργήσει το νερό.
ΠΑΤΕΡΑΣ:“Θα φτιάξω ανθρώπους σαν εμάς.”
ΜΑΝΑ:“Μα πώς;”
Εκείνος πήρε με τις χούφτες του λάσπη και έπλασε έναν άνδρα, φύσηξε και του έδωσε πνοή. Φώναξε μετά τις κόρες του, την Όραση, την Ακοή, τη Γεύση, την Όσφρηση και την Αφή.
ΠΑΤΕΡΑΣ:“Μπείτε στον άνθρωπο και να τον συντροφεύετε για πάντα.”
ΕΚΤΗ ΑΙΣΘΗΣΗ:“Πατέρα, εγώ γιατί να μην είμαι στον άνθρωπο;”
ΠΑΤΕΡΑΣ:“Κόρη μου εσύ έχεις καθήκον να κατοικείς σ’όλα τα ζώα, για να μπορούν να επιβιώνουν ανάμεσα στους ανθρώπους.”
Η μάνα άρχισε σιγά – σιγά ν’ αρρωσταίνει, το νερό να μολύνεται, τα δέντρα, τα παιδιά της, να κόβονται χιλιάδες κάθε μέρα. Η μάνα άρχισε να νοιώθει Κατόπιν ο πατέρας πήρε ένα πλευρό από τον άνδρα και έφτιαξε μια γυναίκα.
ΠΑΤΕΡΑΣ:“Να προσέχετε τη Μάνα και τα αγαθά που σας δίνει”.
Τα χρόνια πέρασαν και οι άνθρωποι ξέχασαν τα λόγια του. Ο πατέρας Ουρανός άρχισε να βρέχει ασταμάτητα 40 μέρες και 40 νύχτες. Η μάνα Γη γέμισε νερό και μόνο μια τεράστια βάρκα έπλεε με όλα τα ζώα και έξι ανθρώπους, που είχαν ακολουθήσει την συμβουλή του.
Πέρασαν πολλά – πολλά χρόνια και οι άνθρωποι άρχισαν να φτιάχνουν εργοστάσια, αυτοκίνητα, αεροπλάνα και να καταστρέφουν την μάνα με απόβλητα και ρύπους· να πληγώνουν γυμνή.
ΜΑΝΑ:“Γιατί τόσο κακό;”.
ΠΑΤΕΡΑΣ:“Οι άνθρωποι δεν νοιάζονται για την κληρονομιά που θ’αφήσουν στα παιδιά και τα εγγόνια τους”.
Το νερό άρχισε να λιγοστεύει, οι θάλασσες να μολύνονται, τα ψάρια να πεθαίνουν, τα ζώα το ίδιο και η βροχή έκαιγε τα δέντρα και τα σπαρτά.
Οι άνθρωποι όμως συνέχιζαν την καταστροφή. Συνέχιζαν τις εξορύξεις, το κόψιμο των δέντρων, την άντληση πετρελαίου, τους πολέμους με χημικά και βόμβες ναπάλμ που έκαιγαν τα πάντα, όπου έπεφταν.
Ο ήλιος έγινε εχθρικός, το ίδιο και η βροχή, το ίδιο και ο αγέρας, που μετέφερε μια άσχημη οσμή.
Τα λουλούδια χάθηκαν και τα πουλιά έπαψαν να τραγουδούν. Ήταν και αυτά τόσο λυπημένα βλέποντας τη μάνα – Γη να πεθαίνει και τον πατέρα – Ουρανό να είναι θολός από ξένα αιωρούμενα σωματίδια.
Τα ζώα άρχιζαν και αυτά να πεθαίνουν, γιατί το λιγοστό καθαρό νερό που είχε απομείνει το είχαν οι άνθρωποι.
Τα ζώα φοβούνταν τους ανθρώπους, που σαν θηρία ανήμερα κατέστρεφαν τα πάντα για το κέρδος.
Η μάνα Γη έρημη, χέρσα και πληγωμένη πίστευε ότι κάτι μπορεί να αλλάξει, μα οι άνθρωποι ήταν πάρα πολλοί και το νερό λίγο για να φτάσει για όλους.
Μαζεύτηκαν στις δυο όχθες του τελευταίου ποταμού και άρχισαν να πολεμούν.
Δεν σκέφτηκαν ότι θα κατέστρεφαν έτσι το λίγο νερό που είχε απομείνει. Έριχναν βόμβες και χημικά ο ένας στρατός στον άλλο μέχρι που έμεινε ένας στρατιώτης από κάθε πλευρά. Ο ποταμός είχε μολυνθεί και οι στρατιώτες διψασμένοι έψαχναν για νερό.
Στην όχθη του νεκρού ποταμού μία οβίδα είχε πετάξει νερό μέσα σ’ενα κράνος.
Χαρούμενοι, χίμηξαν και οι δυο πάνω στο κράνος με τόση αγριότητα, που το νερό χύθηκε και μόνο δύο σταγόνες έμειναν μέσα.
Τράβηξαν τότε τα μαχαίρια τους, ο ένας για τη σταγόνα του άλλου και το ανθρώπινο γένος χάθηκε από τη μάνα Γη. Για μια σταγόνα νερό....
Η μάνα απογοητευμένη έγειρε το κεφάλι της και έπεσε σ’ένα βαθύ ύπνο μήπως μπορέσει ν’αναρρώσει μετά από εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες χρόνια. Μήπως μπορέσει ο Νέος Άνθρωπος να νικήσει το κακό και να μην πάψει ποτέ να προστατεύει το πιο πολύτιμο δώρο που του χάρισε: το νερό.

μια διδακτική πρόταση από την Σαϊρογλου Αικατερίνη, την Παπαδοπούλου Ελισάβετ
και τον Δομουχτσή Νικόλαο

More pages