συζήτηση με αφορμή ένα νορβηγικό μύθο για φυσικά φαινόμενα

Η παρακάτω δραστηριότητα αναφέρεται σε μαθητές και μαθήτριες της Ε’ τάξης του Δημοτικού και θα διεξαχθει σε 1 διδακτική ώρα.

συζήτηση με αφορμή ένα νορβηγικό μύθο για φυσικά φαινόμενα - atlaswikiσυζήτηση με αφορμή ένα νορβηγικό μύθο για φυσικά φαινόμενα - atlaswiki

στόχοι της δραστηριότητας

Να γνωρίσουν οι μαθητές και οι μαθήτριες μύθους διαφόρων πολιτισμών που προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν τα φυσικά φαινόμενα.
Να κατανοήσουν τις έννοιες μύθος, επιστήμη, επιστημονική ερμηνεία.
Να γνωρίσουν οι μαθητές και μαθήτριες, γιατί οι άνθρωποι προσπάθησαν αρχικά μέσα από μύθους και στη συνέχεια με τις φυσικές επιστήμες να ερμηνεύσουν γεγονότα της φύσης ή και της δημιουργίας του κόσμου.
Να αναγνωρίσουν τους λόγους που οδήγησαν στη μετάβαση από τις μυθικές ερμηνείες στις επιστημονικές εξηγήσεις.
Να μπορούν να δώσουν μία επιστημονική ερμηνεία σε ένα απλό φυσικό φαινόμενο, μέσα από απλουστευμένες επιστημονικές μεθόδους.


διδακτικό υλικό

Φωτοτυπίες με το απόσπασμα του βιβλίου
Φωτοτυπίες με τις ερωτήσεις πάνω στις οποίες θα βασιστεί και διεξαχθεί η συζήτηση


οργάνωση της δραστηριότητας

Δίνουμε στα παιδιά το παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο ''Ο Κόσμος της Σοφίας'' του Jostein Gaarder και τους ζητούμε, στηριζόμενοι σε στοιχεία που θα βρουν στο κείμενο να απαντήσουν και να συζητήσουν τα παρακάτω ερωτήματα:

· Πώς εξηγεί ο νορβηγικός μύθος την εμφάνιση αστραπών και κεραυνών;
· Πώς εξηγεί ο νορβηγικός μύθος την αλλαγή των εποχών;
· Πώς εξηγούν οι φυσικές επιστήμες τα παραπάνω φαινόμενα; (Η ερώτηση αυτή θα απευθυνθεί μόνο αν οι μαθητές διδάχθηκαν τα παραπάνω φαινόμενα σε κάποια από τις ενότητες του μαθήματος ‘Ερευνώ και ανακαλύπτω’.
· Με βάση το κείμενο, ποιοι ήταν οι λόγοι για τους οποίους απέρριπταν οι φιλόσοφοι τους μύθους;
· Με βάση το κείμενο, σε τι στοιχεία στηρίζεται η επιστημονική ερμηνεία των φυσικών φαινομένων;

Στο πλαίσιο της διαθεματικής προσέγγισης συνδέουμε το μάθημα με αυτό της ‘Ελληνικής Γλώσσας’, όπως παρακάτω.
Χωρίζω την τάξη σε δύο ομάδες και με βάση το ερώτημα που υπάρχει στο κείμενο ''Θα ‘βρισκε ίσως με τη φαντασία της μια ιστορία, για να εξηγήσει το πώς έλιωναν τα χιόνια κι ανέβαινε ο ήλιος στον ουρανό;'', ζητούμε από τη μία ομάδα να σκεφτεί και να γράψει μία μυθική ερμηνεία για να εξηγήσει αυτά τα φαινόμενα και από την άλλη ομάδα να γράψει μία επιστημονική ερμηνεία. Στο τέλος θα αναγνώσουν οι μαθητές τα κείμενά τους και θα αναρτηθούν στον πίνακα της τάξης.

Επίσης, μπορεί να δοθεί στα παιδιά υλικό σχετικά με μύθους από άλλους πολιτισμούς για τη δημιουργία του κόσμου, και τα παιδιά να συνεχίσουν τη συζήτηση απαντώντας στις παρακάτω ερωτήσεις:

· Πώς περιγράφουν αυτοί οι μύθοι την δημιουργία του κόσμου;
· Ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτών των μύθων; (Συγκρούσεις θεών, ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά και άλλα)
· Αν υπάρχουν και ποια είναι τα κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ μύθων διαφορετικών πολιτισμών;
· Υπάρχουν πολιτισμοί που έχουν παραλλαγές του ίδιου μύθου;
· Τι ήταν αυτό που οδήγησε τους ανθρώπους να χρησιμοποιούν τους μύθους ως ερμηνείες για τη δημιουργία του κόσμου;



Ο κόσμος των μύθων (απόσπασμα βιβλίου)

«Γεια σου , Σοφία!
Έχουμε πολλή δουλειά, γι’ αυτό καλύτερα ας αρχίσουμε χωρίς καθυστέρηση.
Όταν λέμε φιλοσοφία, εννοούμε ένα νέο τρόπο σκέψης, που γεννήθηκε γύρω στο 600 προ Χριστού στην Ελλάδα. Ως τότε, μόνο οι θρησκείες ήταν αρμόδιες για να απαντήσουν σ’ όλα αυτά τα ερωτήματα. Οι θρησκευτικές αυτές εξηγήσεις περνούσαν από γενιά σε γενιά μέσα στους μύθους.
Ο μύθος διηγείται πράξεις κι ιστορίες των θεών και προσπαθεί να εξηγήσει γιατί η ζωή είναι έτσι όπως είναι.
Στη διάρκεια των χιλιετιών άνθισε σε ολόκληρο τον κόσμο μια εκπληκτική ποικιλία μυθικών απαντήσεων στα φιλοσοφικά ερωτήματα. (…)
Για να καταλάβουμε τη σκέψη των πρώτων φιλοσόφων, πρέπει πρώτα να καταλάβουμε τι σημαίνει να βλέπει κανείς τον κόσμο με τα μάτια του μύθου. Θα πάρουμε ως παράδειγμα μερικές κοσμοθεωρίες από τη Βόρεια Ευρώπη. Δεν είναι ανάγκη να πάμε μακριά.
Θα’ χεις σίγουρα ακουστά για τον Θορ με το σφυρί του. Πριν φτάσει ο χριστιανισμός στη Νορβηγία, οι άνθρωποι εδώ στο Βορρά πίστευαν ότι ο Θορ ταξίδευε στον ουρανό μέσα σ’ ένα άρμα που το ‘σερναν δυο τράγοι. Όταν χτυπούσε το σφυρί του, έπεφταν αστραπές και κεραυνοί. (…)
Όταν αστράφτει και βροντά, τότε βρέχει. Η βροχή ήταν πολύ σημαντική για τους Βίκινγκς εκείνης της εποχής. Ήταν επόμενο, λοιπόν, να τιμούν τον Θορ ως θεό της γονιμότητας.
Επομένως , η μυθική απάντηση στο ερώτημα: «Γιατί βρέχει;», ήταν: Επειδή ο Θορ σήκωσε το σφυρί του και χτύπησε. Κι όταν έβρεχε, φύτρωνε και ψήλωνε το στάρι στα χωράφια.
(…) Οι Βίκινγκς φαντάζονταν τον κατοικημένο κόσμο σαν ένα νησί, που ήταν διαρκώς εκτεθειμένο σε διάφορους κινδύνους. Αυτό το μέρος του κόσμου το ονόμαζαν Μίντγκαρντ. (…) Δίπλα στο Μίντγκαρντ, βρισκόταν το Ούτγκαρντ (…). Εκεί κατοικούσαν οι επικίνδυνοι Γίγαντες. (…)
Οι Γίγαντες μπορούσαν να καταστρέψουν το Μίντγκαρντ κλέβοντας τη θεά της γονιμότητας Φρέγια. Αν τα κατάφερναν τότε τίποτα δε θα φύτρωνε στα χωράφια, κι οι γυναίκες δε θα γεννούσαν πια παιδιά. (…)
Και στην υπόθεση αυτή, σπουδαίο ρόλο έπαιζε ο Θορ: το σφυρί του δεν έφερνε μονάχα τη βροχή, ήταν κι ένα δυνατό όπλο στον αγώνα εναντίον των επικίνδυνων δυνάμεων του Χάους. Μπορούσε να σημαδέψει με αυτό τους Γίγαντες και να τους σκοτώσει. (…)
Ο πιο γνωστός μύθος της Νορβηγίας είναι ο «Μύθος του Τριμ». Ο Θορ κοιμόταν, κι όταν ξύπνησε, διαπίστωσε πως είχε χάσει το σφυρί του. Θύμωσε τόσο πολύ, που τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν, το ίδιο κι η γενειάδα του. Μαζί με τον ακόλουθό του, τον Λούκε, πήγε αμέσως στη Φρέγια και ζήτησε να δανειστεί τα φτερά της, για να στείλει το Λούκε στο Γιοτουνχάιμεν, να δει μήπως οι Γίγαντες είχαν κλέψει το σφυρί. Έτσι κι έγινε. Ο Λούκε συνάντησε το βασιλιά των Γιγάντων, τον Τριμ, που παραδέχτηκε την κλοπή και είπε ότι είχε θάψει το σφυρί οχτώ μίλια κάτω από τη γη. Αν ήθελαν πίσω το σφυρί τους ένας τρόπος υπήρχε: να του δώσουν για γυναίκα του τη Φρέγια.
(…) Ο μύθος συνεχίζει και διηγείται την επιστροφή του Λούκε στο Όσγκαρντ. Εκεί συμβουλεύει τη Φρέγια να ντυθεί και να στολιστεί νύφη, γιατί πρέπει να παντρευτεί το βασιλιά των Γιγάντων (δυστυχώς, δυστυχώς!). Η Φρέγια θυμώνει. (…)
Και τότε, ο θεός Χέιμνταλ συλλαμβάνει μια καταπληκτική ιδέα. Προτείνει να ντύσουν νύφη όχι τη Φρέγια αλλά τον ίδιο τον Θορ. (…) Ο Θορ, φυσικά, δεν ενθουσιάζεται μ’ αυτήν την πρόταση. Με τα πολλά, όμως, καταλαβαίνει ότι μόνο έτσι θα μπορέσουν οι θεοί να πάρουν πίσω το σφυρί. (…)
(…) Φτάνουν, λοιπόν, στο Γιοτουνχάιμεν, και οι Γίγαντες ετοιμάζονται αμέσως για τη γιορτή του γάμου. Στο νυφικό τραπέζι, όμως, η νύφη – δηλαδή ο Θορ – τρώει ένα ολόκληρο βόδι κι οχτώ σολομούς. Από πάνω, πίνει και τρία βαρελάκια μπίρα. Ο Τριμ αρχίζει ν’ απορεί. Παρά τρίχα να τους καταλάβουν. Την κατάσταση σώζει ο Λούκε, που εξηγεί στους Γίγαντες ότι η Φρέγια έχει να φάει οχτώ μέρες κι οχτώ νύχτες, από τη χαρά της που θα ερχόταν στο Γιοτουνχάιμεν.
Ο Τριμ σηκώνει το πέπλο, για να φιλήσει τη νύφη, τρομάζει όμως και πισωπατεί, όταν συναντά το σκληρό βλέμμα του Θορ. Και πάλι ο Λούκε μπαίνει στη μέση και σώζει την κατάσταση: εξηγεί ότι η νύφη έχει να κοιμηθεί οχτώ μέρες και οχτώ νύχτες από τη χαρά της για το γάμο. Τότε, ο Τριμ, προστάζει να φέρουν το σφυρί και να τ’ ακουμπήσουν στην ποδιά της νύφης κατά τη διάρκεια της γαμήλιας τελετής.
Μόλις το σφυρί ακούμπησε στα γόνατα του Θορ, αυτός γέλασε με την καρδιά του. Έτσι λέει ο μύθος. Πρώτο απ’ όλους σκότωσε τον Τριμ κι ύστερα όλους τους Γίγαντες του Γιοτουνχάιμεν. (…)
Αυτά λέει ο μύθος, Σοφία. Αλλά στην πραγματικότητα, τι εννοεί; Σίγουρα δε φτιάχτηκε μόνο για πλάκα. Ακόμα κι αυτός ο μύθος κάτι θέλει να εξηγήσει. Ίσως την ξηρασία.
Όταν έλειπε η βροχή, και η ξηρασία αφάνιζε τα σπαρτά, οι άνθρωποι χρειάζονταν μια εξήγηση. Μήπως έφταιγαν οι Γίγαντες, που είχαν αρπάξει πάλι το σφυρί των θεών;
Ίσως, πάλι, ο μύθος αυτός να εξηγεί την αλλαγή των εποχών: το χειμώνα, η φύση είναι νεκρή, επειδή το σφυρί του Θορ βρίσκεται φυλακισμένο στο Γιοτουνχάιμεν. Την άνοιξη, όμως, καταφέρνει και το ξαναπαίρνει στα χέρια του. Κατ’ αυτό τον τρόπο, οι μύθοι προσπαθούν να εξηγήσουν στους ανθρώπους τα ακατανόητα. (…)
Ρίξαμε μια σύντομη ματιά στο μυθικό κόσμο της Βόρειας Ευρώπης. (…) Τέτοιοι μύθοι υπήρχαν σε όλο τον κόσμο, πριν αρχίσουν οι φιλόσοφοι να σκαλίζουν το θέμα. Γιατί και οι Έλληνες είχαν μυθολογία, όταν γεννήθηκαν οι πρώτες φιλοσοφίες. (…)
Στα 700 προ Χριστού περίπου, ο Όμηρος και ο Ησίοδος έσωσαν στα έργα τους μεγάλα μέρη του ελληνικού μυθολογικού θησαυρού. Η καταγραφή αυτή άλλαξε ριζικά την κατάσταση. Γιατί μόλις οι μύθοι έγιναν χειροπιαστοί, και μπορούσε ο καθένας να τους διαβάσει, αμέσως άρχισε η συζήτηση.
Οι πρώτοι Έλληνες φιλόσοφοι επέκριναν τους ομηρικούς θεούς, γιατί έμοιαζαν πάρα πολύ με τους ανθρώπους: κι οι άνθρωποι απόρησαν που οι θεοί ήταν εγωιστές κι ασυνεπείς σαν κι αυτούς τους ίδιους. Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας ειπώθηκε καθαρά πως ίσως οι μύθοι να μην ήταν τίποτα παραπάνω από κατασκευάσματα του ανθρώπινου μυαλού.(…)
(…) Την εποχή εκείνη, οι Έλληνες ζούσαν σε πόλεις – κράτη. Οι σκλάβοι ασχολούνταν με όλες τις χειρονακτικές δουλειές, και οι ελεύθεροι πολίτες είχαν το χρόνο ν’ αφοσιώνονται στην πολιτική και στην καλλιτεχνία. Κάτω από αυτές τις ευνοϊκές συνθήκες, η ανθρώπινη σκέψη έκανε ένα άλμα προς τα εμπρός: το άτομο μπόρεσε να θέσει ερωτήματα για την οργάνωση της ανθρώπινης κοινωνίας και να πάρει στα χέρια του την ευθύνη των απαντήσεων.(…)
Λέμε, λοιπόν, πως την εποχή εκείνη ολοκληρώθηκε το πέρασμα από τη μυθολογία σ’ ένα νέο τρόπο σκέψης, στηριγμένο στην εμπειρία και τη λογική. Ο στόχος των πρώτων Ελλήνων φιλοσόφων ήταν να δώσουν φυσικές εξηγήσεις στα φυσικά φαινόμενα.
Η Σοφία τριγυρνούσε στον κήπο. Προσπαθούσε να ξεχάσει όλα όσα είχε μάθει στο σχολείο – προπαντός όσα είχε διαβάσει στα βιβλία της Φυσικής Ιστορίας.
Αν είχε γεννηθεί και μεγαλώσει μέσα σ’ αυτό τον κήπο, χωρίς να ξέρει τίποτε άλλο για τη φύση, τότε τι θα σκεφτόταν για την άνοιξη;
Θα έπλαθε, άραγε, με το νου της μια εξήγηση, όταν θα ‘βλεπε ξαφνικά μια μέρα τη βροχή να πέφτει; Θα ‘βρισκε ίσως με τη φαντασία της μια ιστορία, για να εξηγήσει το πώς έλιωναν τα χιόνια κι ανέβαινε ο ήλιος στον ουρανό;
Μα βέβαια! Όσο γι’ αυτό ήταν σίγουρη. Κι αμέσως άρχισε να πλάθει τον δικό της μύθο, το δικό της ποίημα. (…)
Κατάλαβε πως οι άνθρωποι λαχταρούσαν από πάντα μια εξήγηση για τα φυσικά φαινόμενα. Ίσως δεν μπορούσαν καν να ζήσουν χωρίς αυτές τις εξηγήσεις. Κι επειδή, τις αρχαίες εκείνες εποχές, δεν είχαν ακόμα την επιστήμη, έφτιαξαν τους μύθους».

Απόσπασμα από το βιβλίο:
‘Ο Κόσμος της Σοφίας’ του Jostein Gaarder, από τις εκδόσεις «Νέα Σύνορα» - Α.Α. Λιβάνη, σελίδες 35-42.

μια διδακτική πρόταση από
τη Βούλκαντση Μαρία και την Καρατζιούλα Πηνελόπη

More pages